espa

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Ο νέος νόμος 4161/2013

 

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο νέος νόμος 4161/2013

Ο ν. 4161/2013, ο οποίος ουσιαστικά συμπληρώνει το προγενέστερο νομοθέτημα 3869/2010, επιφέρει μεταβολές στη διαδικασία υπαγωγής των υπερχρεωμένων νοικοκυριών κυρίως στο προδικαστικό στάδιο αυτής. Ειδικότερα ο εξωδικαστικός συμβιβασμός με τα πιστωτικά ιδρύματα ως υποχρεωτικό προστάδιο για την υπαγωγή των οφειλετών στο νόμο είναι πλέον παρελθόν, ενώ εισάγεται, δυνητικά, ο νέος θεσμός της διαμεσολάβησης, ο οποίος περιορίζει την ιδιωτική αυτονομία και η διευθέτηση διεξάγεται μεν μεταξύ των μερών αλλά ενώπιον διαπιστευμένου διαμεσολαβητή. Οι τροποποιήσεις αυτές στοχεύουν στην ταχύτερη αναζήτηση συμβιβασμού και τελικής διευθέτησης των χρεών. Σύμφωνα με το νέο νόμο οι αιτούντες έχουν το δικαίωμα να καταβάλλουν δόσεις στα πιστωτικά ιδρύματα από την έναρξη της διαδικασίας, ήτοι αμέσως με την κατάθεση της αίτησής τους και δεν χρειάζεται να αναμένουν την έκδοση οριστικής απόφασης.

Υπαγόμενα πρόσωπα: Υπαγόμενα στο νόμο, όπως άλλωστε είναι γνωστό και από το ν. 3869/2010, είναι εκείνα τα φυσικά πρόσωπα που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης υπαγωγής δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, που δεν είναι δηλαδή έμποροι (στην έννοια αυτή δεν εμπίπτουν οι μικρέμποροι). Κατά τη νομική έννοια του εμπόρου, για να θεωρηθεί κάποιος έμπορος απαιτείται η άσκηση εμπορικών πράξεων να γίνεται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό το βιοπορισμό. Περιπτωσιολογία: Ο προμηθευτής προϊόντων ή υπηρεσιών, ο φαρμακοποιός, ο μεσίτης, ο ασφαλιστικός πράκτορας είναι έμποροι, ενώ ο κομμωτής, ο μικροπωλητής κατ’ εξαίρεση, ο συμβολαιογράφος, ο μεταφραστής δεν είναι έμποροι.

Προϋποθέσεις υπαγωγής: Περαιτέρω προϋπόθεση για την υπαγωγή στο πρόγραμμα διευκόλυνσης είναι η ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών που δεν έχουν αναληφθεί κατά το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση και η χωρίς δόλο περιέλευση του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών. Στην έννοια του δόλου εμπίπτει τόσο ο άμεσος, όσο και ο ενδεχόμενος δόλος. Άμεσο δόλο έχει ο οφειλέτης ο οποίος επιδιώκει την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής της οφειλής του καθώς και ο οφειλέτης που δεν το επιδιώκει αλλά το προβλέπει και γνωρίζει ότι η αδυναμία πληρωμής αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Με ενδεχόμενο δόλο πράττει όποιος οφειλέτης προβλέπει ως δυνατό το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του, όταν τα αναλαμβάνει και εκ των προτέρων το αποδέχεται. Τα ανωτέρω βέβαια δεν σημαίνουν οτι ένας οφειλέτης που από αμέλεια δεν απέτρεψε την αδυναμία πληρωμής των χρεών του, θα αποκλειστεί από την υπαγωγή στο νόμο.

Όσο αφορά στις υπαγόμενες απαιτήσεις στη διαδικασία του ν. 3869/2010, σε αυτήν υπάγονται οι αστικές και οι εμπορικές υπό προϋποθέσεις, ενώ εξαιρούνται  από τη ρύθμιση εκείνες που αναλήφθηκαν κατά το τελευταίο έτος, εκείνες που προέκυψαν από αδικοπραξία, εκείνες που αφορούν χρέη στο Δημόσιο και τα δάνεια σε ασφαλιστικούς φορείς.

Βασική τροποποίηση αποτελεί η εισαγωγή της δυνητικής παραπομπής του οφειλέτη στο θεσμό της διαμεσολάβησης. Η συμφωνία συμβιβασμού μεταξύ πιστωτών και οφειλέτη στο στάδιο της διαμεσολάβησης εντάσσεται ουσιαστικά στο πλαίσιο της συλλογικής διευθέτησης της αποπληρωμής της οφειλής, επομένως ορθότερο είναι στη διαδικασία αυτή να συμμετέχουν ο οφειλέτης αλλά και οι πιστωτές στο σύνολό τους. Όσο αφορά στο περιεχόμενο της συμβιβαστικής συμφωνίας στο στάδιο αυτό, δεν υπαγορεύεται κάποιο υποχρεωτικό συγκεκριμένο κείμενο. Τα μέλη έχουν την ευχέρεια να το διαμορφώσουν όπως αυτοί επιθυμούν. Ορισμένες ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στη συμβιβαστική διευθέτηση κατά τη διαμεσολάβηση είναι το συνολικό ποσό της οφειλής, ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής του και παροχή νέων εμπράγματων ασφαλειών για την εξασφάλιση των δανειστών.

Ιδιαίτερο νομικό αλλά και εν τοις πράγμασι θέμα αποτελεί η έννομη συνέπεια που έχει η κατάρτιση οποιουδήποτε συμβιβασμού στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης. Η ουσία, ως προς το ερώτημα αυτό είναι ότι καταρτίζεται σύμβαση συμβιβασμού, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 871 ΑΚ και το πρακτικό που εκδίδεται αποτελεί τίτλο εκτελεστό.

Ο οφειλέτης, εάν δεν ευδοκιμήσει η διαμεσολάβηση ή εάν παρακάμψει τη διαδικασία αυτή, καταθέτει στο αρμόδιο κατά τόπο Ειρηνοδικείο την αίτηση, η οποία επιφέρει την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη για διάστημα δυο μηνών. Πριν την ουσιαστική εκδίκαση της αίτησης, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, δίνεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να ζητήσει και δικαστικό συμβιβασμό. Σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης λοιπόν, εάν προκύψει συναίνεση πιστωτών και οφειλέτη, τότε θα επέλθει ο συμβιβασμός στις μεταξύ τους απαιτήσεις. Η συναίνεση των μερών κατά το συμβιβασμό μπορεί να είναι ρητή, μπορεί να προκύπτει και ερμηνευτικά. Πάντως για να επιτευχθεί αυτός, με την επικύρωσή του, θα πρέπει να υπάρχει συναίνεση όλων των πιστωτών, γιατί η άρνηση έστω και του ενός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμβιβασμό.

Τέλος, ακολουθεί η δικαστική ρύθμιση και η έκδοση της δικαστικής απόφασης. Το διατακτικό της τελευταίας θα περιέχει εν ολίγοις τον ορισμό των μηνιαίων καταβολών από 3 έως και 5 έτη, τον ορισμό εκκαθαριστή ως προς τη διαχείριση τυχόν περιουσίας, τη διαταγή της εκποίησης, εάν υπάρχουν ακίνητα και την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση. Είναι βέβαια σαφές ότι ο δικαστής προκειμένου να εκδώσει την απόφαση θα λάβει υπόψη του τα αναλυόμενα στην αίτηση του οφειλέτη, δηλαδή τα εισοδήματα τα δικά του και της συζύγου και τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειας.

Η ανωτέρω αναφερόμενη διαδικασία είναι λοιπόν εκείνη που θα ακολουθείται σύμφωνα με το νέο νόμο περί υπαγωγής στο πρόγραμμα διευκόλυνσης οφειλετών, ο οποίος τροποποιεί άρθρα του γνωστού σε όλους μας Νόμου Κατσέλη.

 

Ελένη Ι. Τσούκαλου

Δικηγόρος Ορεστιάδας